• English (United Kingdom)

ΕΡΕΥΝΑ

Το Λεξικό του Λόγιου Επιπέδου της Νέας Ελληνικής

Ήμισυς ημίσεια ήμισυ

Search for glossary terms (regular expression allowed)

Glossaries

Term Definition
Ήμισυς ημίσεια ήμισυ
το έτερον ήμισυ κατά το ήμισυ εξ ημισείας (νομ.) η αρχή είναι το ήμισυ του παντός (γνωμ
Εμφανίσεις - 226

Publish modules to the "offcanvs" position.