Το γλωσσάρι του καπνού
Η επεξεργασία του καπνού καθώς και το λεξιλόγιο που την εκφράζει, το οποίο αποτελεί τη γέφυρα ανάμεσα στο απτό και υλικό προϊόν, τον καπνό, και τον αφηρημένο τρόπο επεξεργασίας του, αποτελούν ψηφίδες της άυλης πολιτισμικής κληρονομιάς, την οποία ο σύγχρονος κόσμος οφείλει να διατηρήσει να διαφυλάξει και να κληροδοτήσει στις επόμενες γενιές.
Το γλωσσάρι του καπνού έρχεται να διασώσει αυτό το μέρος της άυλης πολιτισμικής κληρονομιάς, να καταγράψει το συναφές με τον καπνό και την επεξεργασία και διαχείρισή του λεξιλόγιο και έτσι να το διατηρήσει ζωντανό μέσω της καταγραφής και να το προσφέρει ελεύθερα ως μέσο τεκμηρίωσης σε κάθε ενδιαφερόμενο που επιθυμεί να το αξιοποιήσει.
Glossaries
| Term | Definition |
|---|---|
| αϊνάς, ο | Ουσ.
Εμφανίσεις - 94
|
| αρμαθιά η | καπνός περασμένος σε σχοινί Ετυμολογία: < μσν. ἁρμάθι το < ὁρμάθιον (υποκορ. του αρχ. ὁρμαθός)
Εμφανίσεις - 97
|
| αρμαθιάζω | Ρ. περνώ φύλλα καπνού σε σχοινί
Εμφανίσεις - 111 Synonyms -
βελονιάζω |
| αρμάθιασμα το | βλ. μπούρλιασμα Ετυμολογία: < αρμαθιασ- (θ. αορ. του ρ. αρμαθιάζω) + -μα
Εμφανίσεις - 229
|
| αρμάθιασμα, το | Ουσ.
Εμφανίσεις - 93
|
| αφίδα η | Ουσ.
Εμφανίσεις - 85
|
| αχταρμάς, ο | Ουσ.
Εμφανίσεις - 94
|
| βελόνα η | Ουσ. μεγάλο σίδερο σε μορφή βελόνας με τη βοήθεια του οποίου περνούσαν τα φύλλα του καπνού σε σαρίκια/αρμάθες Ετυμολογία: < αρχ. βελόνη
Εμφανίσεις - 97
|
| βελονιάζω | Ρ.
Εμφανίσεις - 95 Synonyms -
αρμαθιάζω |
| βελόνιασμα το | Ουσ.
Εμφανίσεις - 93
|
| βιζιτιέρα, η | Ουσ.
Εμφανίσεις - 93
|
| γιαλντίζ το | Ουσ. φύλλο καπνού υψηλής ποιότητας που στρωνόταν πάνω στο τελειωμένο παστάλι
Εμφανίσεις - 87
|
| γιαρμάς, ο | Ουσ.
Εμφανίσεις - 93
|
| γκίλντιρος ο | Ουσ. εργαλείο που χρησιμοποιούνταν κατά τη σπορά στους χασλαμάδες
Εμφανίσεις - 97
|
| γκιούζι, το | Ουσ.
Εμφανίσεις - 92
|
