Το γλωσσάρι του καπνού
Η επεξεργασία του καπνού καθώς και το λεξιλόγιο που την εκφράζει, το οποίο αποτελεί τη γέφυρα ανάμεσα στο απτό και υλικό προϊόν, τον καπνό, και τον αφηρημένο τρόπο επεξεργασίας του, αποτελούν ψηφίδες της άυλης πολιτισμικής κληρονομιάς, την οποία ο σύγχρονος κόσμος οφείλει να διατηρήσει να διαφυλάξει και να κληροδοτήσει στις επόμενες γενιές.
Το γλωσσάρι του καπνού έρχεται να διασώσει αυτό το μέρος της άυλης πολιτισμικής κληρονομιάς, να καταγράψει το συναφές με τον καπνό και την επεξεργασία και διαχείρισή του λεξιλόγιο και έτσι να το διατηρήσει ζωντανό μέσω της καταγραφής και να το προσφέρει ελεύθερα ως μέσο τεκμηρίωσης σε κάθε ενδιαφερόμενο που επιθυμεί να το αξιοποιήσει.
Glossaries
| Term | Definition |
|---|---|
| τσιτσέκι, το |
Εμφανίσεις - 108
|
| τσουλ-αλτί, το | Ουσ.
Εμφανίσεις - 75
|
| τσούλι, το | Ουσ. χοντρό ύφασμα από λινάρι το οποίο τοποθετείται στον πάτο της κάσας Ετυμολογία: <τουρκ. çul -ι>
Εμφανίσεις - 75
|
| φυλλόδεμα, το | Ουσ.
Εμφανίσεις - 75
|
| φυντάνι, το | Ουσ. Ετυμολογία: < τουρκ. fidan + -ι
Εμφανίσεις - 81
|
| φυτονάρ το | Ουσ. καπνοσπορείο
Εμφανίσεις - 71
|
| χαρμάνι, το | Ουσ. [τουρκ. harman -ι] μείγμα ποικιλιών καπνού
Εμφανίσεις - 72
|
| χαρμάνιασμα, το | Ουσ.
Εμφανίσεις - 75
|
| χαρμανιέρα, η | Ουσ.
Εμφανίσεις - 78
|
| χασλαμάς, ο | Ουσ. ειδικά διαμορφωμένος χώρος φτιαγμένος από σανίδες και χώμα μέσα στον οποίο σπέρνονται οι σπόροι του καπνού (αλλ. Καπνοσπορείο χασλαμότοπος) Ετυμολογία: < τουρκ. haşlama 'βραστό ζεμάτισμα' + -ς
Εμφανίσεις - 140
|
| χασλαμότοπος ο | Ουσ. (βλ. χασλαμάς) Ετυμολογία: < χασλαμ(άς) + -ο- + τόπος
Εμφανίσεις - 80
|
| χεράμι, το | Ουσ.
Εμφανίσεις - 76
|
