Το γλωσσάρι του καπνού
Η επεξεργασία του καπνού καθώς και το λεξιλόγιο που την εκφράζει, το οποίο αποτελεί τη γέφυρα ανάμεσα στο απτό και υλικό προϊόν, τον καπνό, και τον αφηρημένο τρόπο επεξεργασίας του, αποτελούν ψηφίδες της άυλης πολιτισμικής κληρονομιάς, την οποία ο σύγχρονος κόσμος οφείλει να διατηρήσει να διαφυλάξει και να κληροδοτήσει στις επόμενες γενιές.
Το γλωσσάρι του καπνού έρχεται να διασώσει αυτό το μέρος της άυλης πολιτισμικής κληρονομιάς, να καταγράψει το συναφές με τον καπνό και την επεξεργασία και διαχείρισή του λεξιλόγιο και έτσι να το διατηρήσει ζωντανό μέσω της καταγραφής και να το προσφέρει ελεύθερα ως μέσο τεκμηρίωσης σε κάθε ενδιαφερόμενο που επιθυμεί να το αξιοποιήσει.
Glossaries
| Term | Definition |
|---|---|
| τάβι, το | Ουσ. κατάλληλη υγρασία που πρέπει να έχει ο γύρος ή το παστάλι ώστε να αποφευχθεί το μούχλιασμα των φύλλων
Εμφανίσεις - 70
|
| ταχτάς, ο | Ουσ.
Εμφανίσεις - 78
|
| τεκερλέκι, το | Ουσ. ξύλινη κατασκευή διαμέτρου 60 εκ. όπου ο ισιφτσής τοποθετούσε τα παστάλια (αλλ. Γύρος)
Εμφανίσεις - 69
|
| τζάκι / (ο)τζάκι, το | Ουσ. λωρίδα γης μήκους έως 10 μέτρα και πλάτους έως 80 εκατοστά τα οποία χριζόταν μεταξύ τους με αυλάκια όπου τοποθετούνταν ο καπνόσπορος ισομερώς κατανεμημένος με στάχτη. Ετυμολογία: < τουρκ. οcak + -ι άλλοτε με αποβολή του αρχικού άτονου φων.
Εμφανίσεις - 72
|
| τιζεύω | Ρ. περνώ καπνύφυλλα στην βελόνα από το κοτσάνι τους και εν συνεχεία σε σπάγκο
Εμφανίσεις - 73
|
| τιτινόξυλο, το | Ουσ. Τα καπνόφυτα μετά την αφαίρεση των φύλλων από τον κορμό τους τα οποία χρησιμοποιούνταν ως καύσιμο το χειμώνα για προσάναμμα ή στα καζάνια για το ζέσταμα του νερού.
Εμφανίσεις - 69
|
| τόγκα, η | Ουσ.
Εμφανίσεις - 74
|
| τοπλαμάς, ο | Ουσ. το στρώμα φύλλων καπνού κάτω από το ούτσι
Εμφανίσεις - 70 Synonyms -
ούτς |
| τουμπεκί, το | Ουσ. ποικιλία καπνού για χρήση στον ναργιλέ Ετυμολογία: <τουρκ. Tömbeki<ιταλ. tabacco>
Εμφανίσεις - 70
|
| τσεμπέλι, το | Ουσ.
Εμφανίσεις - 80
|
| τσικιντί | μεγάλο κομμάτι φύλλου καπνού
Εμφανίσεις - 201
|
| τσιτσέκι, το | Ουσ. η φούντα του καπνόφυτου το άνθος Ετυμολογία: <τουρκ. çiçek 'άνθος'ιι>
Εμφανίσεις - 108
|
| τσουλ-αλτί, το | Ουσ.
Εμφανίσεις - 75
|
| τσούλι, το | Ουσ. χοντρό ύφασμα από λινάρι το οποίο τοποθετείται στον πάτο της κάσας Ετυμολογία: <τουρκ. çul -ι>
Εμφανίσεις - 75
|
