τιτινόξυλο, το
Glossaries
| Term | Definition |
|---|---|
| τιτινόξυλο, το | Ουσ. Τα καπνόφυτα μετά την αφαίρεση των φύλλων από τον κορμό τους τα οποία χρησιμοποιούνταν ως καύσιμο το χειμώνα για προσάναμμα ή στα καζάνια για το ζέσταμα του νερού.
Εμφανίσεις - 69
|
