Το γλωσσάρι του καπνού
Η επεξεργασία του καπνού καθώς και το λεξιλόγιο που την εκφράζει, το οποίο αποτελεί τη γέφυρα ανάμεσα στο απτό και υλικό προϊόν, τον καπνό, και τον αφηρημένο τρόπο επεξεργασίας του, αποτελούν ψηφίδες της άυλης πολιτισμικής κληρονομιάς, την οποία ο σύγχρονος κόσμος οφείλει να διατηρήσει να διαφυλάξει και να κληροδοτήσει στις επόμενες γενιές.
Το γλωσσάρι του καπνού έρχεται να διασώσει αυτό το μέρος της άυλης πολιτισμικής κληρονομιάς, να καταγράψει το συναφές με τον καπνό και την επεξεργασία και διαχείρισή του λεξιλόγιο και έτσι να το διατηρήσει ζωντανό μέσω της καταγραφής και να το προσφέρει ελεύθερα ως μέσο τεκμηρίωσης σε κάθε ενδιαφερόμενο που επιθυμεί να το αξιοποιήσει.
Glossaries
| Term | Definition |
|---|---|
| σαλαμπάσης, ο | Ουσ.
Εμφανίσεις - 75
|
| σαλόνι, το | Ουσ.
Εμφανίσεις - 112
|
| σανίδι | Ουσ. καπνοσπορείο
Εμφανίσεις - 80
|
| σαντάλι/καγκάλι, το | Ουσ. αρμάθες δεμένες μαζί (συνήθως ανα 6) οι οποίες κρεμόνταν στις αποθήκες από το ταβάνι για να αερίζονται τα καπνά (αλλ. κιουντές)
Εμφανίσεις - 78 Synonyms -
κιουντές |
| σανταλιάζω | Ρ. κρεμώ αρμαθιές ανά έξι από το ταβάνι <σαντάλι-άζω>
Εμφανίσεις - 72
|
| σαντάλιασμα, το | Ουσ. η διαδικασία δεσίματος ανά έξι και κρεμάσματος των αρμαθιών από τα ταβάνι <σαντάλιασ (σανταλιάζω)-μα>
Εμφανίσεις - 65
|
| σαράπα, η | Ουσ. η κακή ποιότητα καπνού κατά τη διαδικασία του πασταλιάσματος
Εμφανίσεις - 65
|
| σαριά ή χρυσοκίτρινα | Ουσ.
Εμφανίσεις - 69
|
| σαρίκι, το | Ουσ. (βλ. αρμαθιά) Ετυμολογία: < τουρκ. sarik + -ι
Εμφανίσεις - 75
|
| σπάσιμο, το | Ουσ. η διαδικασία της συγκομιδής των φύλλων του καπνού. Ετυμολογία: <σπασ (σπάζω)-ιμο>
Εμφανίσεις - 73
|
| στοιβαδόρος | εργάτης καπνομάγαζου ειδικός στη συσκευασία του καπνού σε στοίβες. Ετυμολογία: [στοίβ(α) -αδόρος]
Εμφανίσεις - 211
|
