σαντάλι/καγκάλι, το
Glossaries
| Term | Definition |
|---|---|
| σαντάλι/καγκάλι, το | Ουσ. αρμάθες δεμένες μαζί (συνήθως ανα 6) οι οποίες κρεμόνταν στις αποθήκες από το ταβάνι για να αερίζονται τα καπνά (αλλ. κιουντές)
Εμφανίσεις - 78
Synonyms:
κιουντές |
