Το γλωσσάρι του καπνού
Η επεξεργασία του καπνού καθώς και το λεξιλόγιο που την εκφράζει, το οποίο αποτελεί τη γέφυρα ανάμεσα στο απτό και υλικό προϊόν, τον καπνό, και τον αφηρημένο τρόπο επεξεργασίας του, αποτελούν ψηφίδες της άυλης πολιτισμικής κληρονομιάς, την οποία ο σύγχρονος κόσμος οφείλει να διατηρήσει να διαφυλάξει και να κληροδοτήσει στις επόμενες γενιές.
Το γλωσσάρι του καπνού έρχεται να διασώσει αυτό το μέρος της άυλης πολιτισμικής κληρονομιάς, να καταγράψει το συναφές με τον καπνό και την επεξεργασία και διαχείρισή του λεξιλόγιο και έτσι να το διατηρήσει ζωντανό μέσω της καταγραφής και να το προσφέρει ελεύθερα ως μέσο τεκμηρίωσης σε κάθε ενδιαφερόμενο που επιθυμεί να το αξιοποιήσει.
Glossaries
| Term | Definition |
|---|---|
| παπόσκα, η | Ουσ. το άνθος στην κορυφή του καπνόφυτου κατά την περίοδο της πλήρους ανάπτυξής του
Εμφανίσεις - 80
|
| πασταλιάζω | Ρ. διαλέγω φύλλα καπνού ανάλογα με το μέγεθος και την ποιότητά τους και τα μετατρέπω σε δέματα
Εμφανίσεις - 111
|
| παστάλιασμα, το | Ουσ. η διαδικασία της διαλογής των φύλλων του καπνού ανάλογά με το μέγεθος και την ποιότητά τους και η μετατροπή τους σε δέματα Ετυμολογία: < πασταλιασ- (θ. αορ. του ρ. πασταλιάζω) + -μα < τουρκ. pastal 'αρμαθιά' + -ιάζω
Εμφανίσεις - 134
|
| πατητής, ο | Ουσ.
Εμφανίσεις - 69
|
| πατόφυλλο, το | Ουσ. (αλλ. ούτσια) Ετυμολογία: < πάτ(ος) + -ο- + φύλλο
Εμφανίσεις - 67
|
| πελ το | Ουσ. το δεύτερο χέρι συλλογής φύλλων η δευτερομάνα συνήθως μεγάλου μεγέθους κίτρινου χρώματος
Εμφανίσεις - 70 Synonyms -
τριτομάνα |
| πελ-αλτι, το | Ουσ.
Εμφανίσεις - 74 Synonyms -
δευτερομάνα |
