παστάλιασμα, το
Glossaries
| Term | Definition |
|---|---|
| παστάλιασμα, το | Ουσ. η διαδικασία της διαλογής των φύλλων του καπνού ανάλογά με το μέγεθος και την ποιότητά τους και η μετατροπή τους σε δέματα Ετυμολογία: < πασταλιασ- (θ. αορ. του ρ. πασταλιάζω) + -μα < τουρκ. pastal 'αρμαθιά' + -ιάζω
Εμφανίσεις - 134
|
