• English (United Kingdom)

ΕΡΕΥΝΑ

Το γλωσσάρι του καπνού

πασταλιάζω

Search for glossary terms (regular expression allowed)

Glossaries

Term Definition
πασταλιάζω

Ρ.
[ίσως τουρκ. pastal 'αρμαθιά'-(ι)άζω]

διαλέγω φύλλα καπνού ανάλογα με το μέγεθος και την ποιότητά τους και τα μετατρέπω σε δέματα

Εμφανίσεις - 111

Publish modules to the "offcanvs" position.