• English (United Kingdom)

ΕΡΕΥΝΑ

Το γλωσσάρι του καπνού

πατητής, ο

Search for glossary terms (regular expression allowed)

Glossaries

Term Definition
πατητής, ο

Ουσ.
[ελνστ. πατητής]
ο εξειδικευμένος καπνεργάτης που πίεζε με ειδικό κοντραπλακέ το εσωτερικό της κάσας τις φέτες με τα καπνά

Εμφανίσεις - 69

Publish modules to the "offcanvs" position.