στοιβαδόρος
Glossaries
| Term | Definition |
|---|---|
| στοιβαδόρος | εργάτης καπνομάγαζου ειδικός στη συσκευασία του καπνού σε στοίβες. Ετυμολογία: [στοίβ(α) -αδόρος]
Εμφανίσεις - 211
|
| Term | Definition |
|---|---|
| στοιβαδόρος | εργάτης καπνομάγαζου ειδικός στη συσκευασία του καπνού σε στοίβες. Ετυμολογία: [στοίβ(α) -αδόρος]
Εμφανίσεις - 211
|