Το γλωσσάρι του καπνού
Η επεξεργασία του καπνού καθώς και το λεξιλόγιο που την εκφράζει, το οποίο αποτελεί τη γέφυρα ανάμεσα στο απτό και υλικό προϊόν, τον καπνό, και τον αφηρημένο τρόπο επεξεργασίας του, αποτελούν ψηφίδες της άυλης πολιτισμικής κληρονομιάς, την οποία ο σύγχρονος κόσμος οφείλει να διατηρήσει να διαφυλάξει και να κληροδοτήσει στις επόμενες γενιές.
Το γλωσσάρι του καπνού έρχεται να διασώσει αυτό το μέρος της άυλης πολιτισμικής κληρονομιάς, να καταγράψει το συναφές με τον καπνό και την επεξεργασία και διαχείρισή του λεξιλόγιο και έτσι να το διατηρήσει ζωντανό μέσω της καταγραφής και να το προσφέρει ελεύθερα ως μέσο τεκμηρίωσης σε κάθε ενδιαφερόμενο που επιθυμεί να το αξιοποιήσει.
Glossaries
| Term | Definition |
|---|---|
| γκιουμπέκ, το | Ουσ.
Εμφανίσεις - 75
|
| διασκορπισμός, ο | Ουσ.
Εμφανίσεις - 74
|
| διασκορπιστήρας, ο | Ουσ.
Εμφανίσεις - 73
|
| Ζίχνα | Ουσ. ποικιλία καπνού που μοιάζει με τους μπασμάδες και το άρωμα του είναι αρκετά έντονο. Καλλιεργείται στην επαρχία Φυλλίδας.
Εμφανίσεις - 73
|
| ίσος-η-ο | επί ίση και ομοία μοίρα επί ίσοις όροις
Εμφανίσεις - 220
|
| ιστίφ(ι) το | Ουσ.
Εμφανίσεις - 74
|
| ιστιφτσής ο | Ουσ. βλ. ιστίφ επιθεωρητής της κατάστασης των πασταλιών
Εμφανίσεις - 77
|
| καλάθα η | Ουσ. μεγάλο καλάθι στο οποίο τοποθετούσαν τα φύλλα καπνού κατά τη διαδικασία της συγκομιδής από το χωράφι (αλλ. Κασόνι χεράμι) Ετυμολογία: < καλάθ(ι) + -α (μεγεθ.)
Εμφανίσεις - 71 Synonyms -
κασόνι, χεράμι |
| Καμπά-Κουλάκ | Ουσ. [τουρκ. kaba '΄χοντροκομμένος'+kulak 'αφτι'] ποικιλία καπνών με μεγάλα πτερύγια στη βάση των φύλλων
Εμφανίσεις - 83
|
| καπάκ-αλτί | Ουσ. [τουρκ. Kapak 'καπάκι'+alti 'από κάτω] η πρώτη κάτω και η τελευταία πάνω σειρά πασταλιών του καπνοδέματος που εφάπτονταν με το τσούλι
Εμφανίσεις - 70
|
| καπνοσπορείο, το | Ουσ. [καπνός+λόγ. σπορ(εύς ) -είον κομμάτι γης για την σπορά του καπνόσπορου
Εμφανίσεις - 75 Synonyms -
φυτονάρ |
| καπνοφυτάριο το | Ουσ. νεαρό φυτό καπνού Ετυμολογία: <καπν+-ο+φυτ+αριο>
Εμφανίσεις - 69
|
| κασέτα η |
Εμφανίσεις - 70
|
| κασνάκ το | Ουσ. κυκλική ξύλινη κατασκευ η οποία περιβάλλει τις στρώσεις πασταλιών κατά την κατασκευή του γύρου
Εμφανίσεις - 66
|
| καταρράκτης, ο | Ουσ.
Εμφανίσεις - 75
|
