• English (United Kingdom)

ΕΡΕΥΝΑ

Το γλωσσάρι του καπνού

Το γλωσσάρι του καπνού

tobacco dryingΗ επεξεργασία του καπνού καθώς και το λεξιλόγιο που την εκφράζει, το οποίο αποτελεί τη γέφυρα ανάμεσα στο απτό και υλικό προϊόν, τον καπνό, και τον αφηρημένο τρόπο επεξεργασίας του, αποτελούν ψηφίδες της άυλης πολιτισμικής κληρονομιάς, την οποία ο σύγχρονος κόσμος οφείλει να διατηρήσει να διαφυλάξει και να κληροδοτήσει στις επόμενες γενιές.

Το γλωσσάρι του καπνού έρχεται να διασώσει αυτό το μέρος της άυλης πολιτισμικής κληρονομιάς, να καταγράψει το συναφές με τον καπνό και την επεξεργασία και διαχείρισή του λεξιλόγιο και έτσι να το διατηρήσει ζωντανό μέσω της καταγραφής και να το προσφέρει ελεύθερα ως μέσο τεκμηρίωσης σε κάθε ενδιαφερόμενο που επιθυμεί να το αξιοποιήσει.

There are 92 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)

Glossaries

Term Definition
γκιουμπέκ, το

Ουσ.
[τουρκ. Göbek 'κέντρο, μέσον']
μορφή πασταλιού

Εμφανίσεις - 111
διασκορπισμός, ο

Ουσ.
[λόγ. < ελνστ. διασκορπισμός]
διαδικασία για την αποφυγή συσσώρευσης και σπασίματος των καπνόφυλλων

Εμφανίσεις - 112
διασκορπιστήρας, ο

Ουσ.
[λόγ. < ελνστ. Διασκορπίζω+ήρας]
περιστρεφόμενος σωλήνας σε οριζόντια διατομή για τον διασκπρπισμό των φύλλων

Εμφανίσεις - 106
Ζίχνα

Ουσ.

ποικιλία καπνού που μοιάζει με τους μπασμάδες και το άρωμα του είναι αρκετά έντονο. Καλλιεργείται στην επαρχία Φυλλίδας.

Εμφανίσεις - 101
ίσος-η-ο

επί ίση και ομοία μοίρα επί ίσοις όροις

Εμφανίσεις - 245
ιστίφ(ι) το

Ουσ.
[Αντιδ. τουρκ istif<ελλην. στοίβα]
στοιβασία πασταλιών μισού δέματος

 

Εμφανίσεις - 108
ιστιφτσής ο

Ουσ.

βλ. ιστίφ

επιθεωρητής της κατάστασης των πασταλιών

Εμφανίσεις - 108
καλάθα η

Ουσ.

μεγάλο καλάθι στο οποίο τοποθετούσαν τα φύλλα καπνού κατά τη διαδικασία της συγκομιδής από το χωράφι (αλλ. Κασόνι χεράμι)

Ετυμολογία: < καλάθ(ι) + -α (μεγεθ.)

Εμφανίσεις - 105
Synonyms - κασόνι, χεράμι
Καμπά-Κουλάκ

Ουσ.

[τουρκ. kaba '΄χοντροκομμένος'+kulak 'αφτι']

ποικιλία καπνών με μεγάλα πτερύγια στη βάση των φύλλων

Εμφανίσεις - 134
καπάκ-αλτί

Ουσ.

[τουρκ. Kapak 'καπάκι'+alti 'από κάτω]

η πρώτη κάτω και η τελευταία πάνω σειρά πασταλιών του καπνοδέματος που εφάπτονταν με το τσούλι

Εμφανίσεις - 106
καπνοσπορείο, το

Ουσ.

[καπνός+λόγ. σπορ(εύς ) -είον

κομμάτι γης για την σπορά του καπνόσπορου

Εμφανίσεις - 113
Synonyms - φυτονάρ
καπνοφυτάριο το

Ουσ.

νεαρό φυτό καπνού

Ετυμολογία: <καπν+-ο+φυτ+αριο>

Εμφανίσεις - 101
κασέτα η

Ουσ.

[ιταλ. cassetta]

θήκη στην οποία τοποθετείται ο καπνός πριν μπει στο ξηραντήρι

Εμφανίσεις - 106
κασνάκ το

Ουσ.
[τουρκ. kasnak 'κρίκος, στεφάνι']

κυκλική ξύλινη κατασκευ η οποία περιβάλλει τις στρώσεις πασταλιών κατά την κατασκευή του γύρου

Εμφανίσεις - 104
καταρράκτης, ο

Ουσ.
[λόγ. < ελνστ. καταρράκτης]
ξύλινη κατασκευή στο εσωτερικό της οποίας μπήκαν διαχωριστικά με κλίση προκειμένου να διασφαλιστει ο διασκορησμός των φύλλων των πασταλιών

Εμφανίσεις - 111

Publish modules to the "offcanvs" position.