• English (United Kingdom)

ΕΡΕΥΝΑ

Το γλωσσάρι του καπνού

διασκορπισμός, ο

Search for glossary terms (regular expression allowed)

Glossaries

Term Definition
διασκορπισμός, ο

Ουσ.
[λόγ. < ελνστ. διασκορπισμός]
διαδικασία για την αποφυγή συσσώρευσης και σπασίματος των καπνόφυλλων

Εμφανίσεις - 74

Publish modules to the "offcanvs" position.