Το γλωσσάρι του καπνού
Η επεξεργασία του καπνού καθώς και το λεξιλόγιο που την εκφράζει, το οποίο αποτελεί τη γέφυρα ανάμεσα στο απτό και υλικό προϊόν, τον καπνό, και τον αφηρημένο τρόπο επεξεργασίας του, αποτελούν ψηφίδες της άυλης πολιτισμικής κληρονομιάς, την οποία ο σύγχρονος κόσμος οφείλει να διατηρήσει να διαφυλάξει και να κληροδοτήσει στις επόμενες γενιές.
Το γλωσσάρι του καπνού έρχεται να διασώσει αυτό το μέρος της άυλης πολιτισμικής κληρονομιάς, να καταγράψει το συναφές με τον καπνό και την επεξεργασία και διαχείρισή του λεξιλόγιο και έτσι να το διατηρήσει ζωντανό μέσω της καταγραφής και να το προσφέρει ελεύθερα ως μέσο τεκμηρίωσης σε κάθε ενδιαφερόμενο που επιθυμεί να το αξιοποιήσει.
Glossaries
| Term | Definition |
|---|---|
| κιουντές | Ουσ. βλ. σαντάλι
Εμφανίσεις - 78
|
| κορυφολόγημα | Ουσ. βλ. κορφόκομμα
Εμφανίσεις - 77
|
| κορφόκομμα το | Ουσ. η αφαίρεση της κορυφής στο καπνόφυτο κατά την πλήρη ανάπτυξή του προκειμένου να διευκολυνθεί και να γίνει πιο προσοδοφόρα η συγκομιδή (αλλ. κορυφολόγημα) Ετυμολογία: < κορ(υ)φ(η) + -ο- + κό(ψι)μ(ο) + -α
Εμφανίσεις - 92
|
| κουβαλαμάς ο | Ουσ. τα φύλλα καπνού που αναπτύσσονται ανάμεσα στο ουτς-αλτί και ούτσι
Εμφανίσεις - 69
|
| κούι το | Ουσ. λάκος στο υπόγειο του σπιτιού όπου τοποθετούνταν οι κιουντέδες να μαλακώσουν
Εμφανίσεις - 69
|
| κουλτούκι, το | Ουσ.
Εμφανίσεις - 72
|
| κρεβάτι το | Ουσ. (βλ. λιάστρα)
Εμφανίσεις - 68 Synonyms -
λιάστρα |
| κτερέκ, το | Ουσ.
Εμφανίσεις - 69
|
| λιάστρα η | Ουσ. ξύλινη (και μετέπειτα σιδερένια) κατασκευή στην οποία τοποθετούνταν τα σαρίκια/αρμάθες του καπνού για να ξεραθούν από το φως του ήλιου (αλλ. κρεβάτι αντίσκηνο) Ετυμολογία: < λιασ (θ. αορ. του ρ. λιάζω) + -τρα
Εμφανίσεις - 72 Synonyms -
κρεβάτι |
| μαξούλι, το | Ουσ. η καλή ποιότητα καπνού κατά τη διαδικασία του πασταλιάσματος Ετυμολογία: < αραβοτουρκ. mahsul
Εμφανίσεις - 104
|
| μαύρο, το | Ουσ.
Εμφανίσεις - 76
|
| Μαχαλά | Ουσ.
Εμφανίσεις - 79
|
| Μπασή – Μπαγλή | Ουσ. ποικιλία καπνών με ψηλά φυτά και φύλλα με μίσχους μετρίου μεγέθους
Εμφανίσεις - 69
|
| μπασκί | Ουσ.
Εμφανίσεις - 73
|
| μπασμάς ο | Ουσ. η πιο διαδεδομένη ποικιλία καπνού που καλλιεργούνταν στην Ελλάδα Ετυμολογία: < τουρκ. basma 'τύπωμα στάμπα' + -ς
Εμφανίσεις - 83
|
