Το γλωσσάρι του καπνού
Η επεξεργασία του καπνού καθώς και το λεξιλόγιο που την εκφράζει, το οποίο αποτελεί τη γέφυρα ανάμεσα στο απτό και υλικό προϊόν, τον καπνό, και τον αφηρημένο τρόπο επεξεργασίας του, αποτελούν ψηφίδες της άυλης πολιτισμικής κληρονομιάς, την οποία ο σύγχρονος κόσμος οφείλει να διατηρήσει να διαφυλάξει και να κληροδοτήσει στις επόμενες γενιές.
Το γλωσσάρι του καπνού έρχεται να διασώσει αυτό το μέρος της άυλης πολιτισμικής κληρονομιάς, να καταγράψει το συναφές με τον καπνό και την επεξεργασία και διαχείρισή του λεξιλόγιο και έτσι να το διατηρήσει ζωντανό μέσω της καταγραφής και να το προσφέρει ελεύθερα ως μέσο τεκμηρίωσης σε κάθε ενδιαφερόμενο που επιθυμεί να το αξιοποιήσει.
Glossaries
| Term | Definition |
|---|---|
| Μπέρλι | Ουσ. Αμερικάνικος τύπος καπνού που τελευταία καλλιεργείται ευρέως στην Ελλάδα
Εμφανίσεις - 69
|
| μπιντιρμέ | τοποθέτηση πάνω στη γυροσανίδα δύο αντικρυστών πασταλιών με κοτσάνια προς τα έξω ώστε οι άκρες των καπνόφυλλων να επανωτίζουν μέχρι τη μέση του προηγούμενου
Εμφανίσεις - 197
|
| μπουρλιάζω |
Εμφανίσεις - 68 Synonyms -
βελονιάζω, αρμαθιάζω |
| μπούρλιασμα το | Ουσ. το πέρασμα των φύλλων του καπνού σε σχοινί με τη βοήθεια μεγάλης βελόνας (αλλ. βελόνιασμα πέρασμα αρμάθιασμα)
Εμφανίσεις - 67
|
| ντεξής ο | Ουσ. δεματοποιός, δεματοποιός. Συχνά λέγεται και ντενκτσής Ετυμολογία: <τουρ. denκ 'δέμα' -ής>
Εμφανίσεις - 75
|
| ντερέκι, το | Ουσ. τοποθετημένα στο καπνόδεμα φύλλα το ένα πάνω στο άλλο κοτσάνι με κοτσάνι ουρά με ουρά σε όρθια στήλη πλάτους δύο πασταλιών
Εμφανίσεις - 76
|
| ντιπ-αλτί | Ουσ. ασθενικό φύλλο στη βάση του καπνόφυτου κάτι από το ντίπι για αυτό και ονομάζεται ντιπ-αλτί δηλαδή κάτω από τα ντιπ (βλ. λέξη)
Εμφανίσεις - 76
|
| ντίπι, το | Ουσ. φύλλα χαμηλά στο καπνόφυτο με κίτρινο χρώμα και χαμηλή εμπορική αξία (αλλ. Πατόφυλλο πρωτομάνα) Ετυμολογία: < τουρκ. dip 'βάση πυθμένας' + -ια
Εμφανίσεις - 74 Synonyms -
πατόφυλλο, πρωτομάνα |
| ντύπι το | (αλλ. Πατόφυλλο ούτσι) Ετυμολογία: <τουρκ. dip 'βάση πυθμένας' + -ι
Εμφανίσεις - 194
|
| ξεφυλλιστής, ξεφυλλίστρια | Ουσ.
Εμφανίσεις - 72
|
| ξηραντήρι | Ουσ. χώρος όπου γίνεται η ξήρανση του καπνού Ετυμολογία: <λογ. ξηραν- (ξηραίνω)-τήριον>
Εμφανίσεις - 77
|
| ουστάμπασης, ο | Ουσ.
Εμφανίσεις - 105
|
| ουστάς, ο | Ουσ.
Εμφανίσεις - 71 Synonyms -
μάστορας |
| ουτς-αλτί | Ουσ. το τέταρτο από κάτω στρώμα φύλλων καπνού κάτω από την κορυφή
Εμφανίσεις - 113 Synonyms -
κουβαλαμάς |
| ούτσι, το | Ουσ. τα τελευταία φύλλα κάτω από το άνθος του καπνού Ετυμολογία: <τουρκ. Üst 'κορυφή'-i>
Εμφανίσεις - 84 Synonyms -
τοπλαμάς |
