μπούρλιασμα το
Glossaries
| Term | Definition |
|---|---|
| μπούρλιασμα το | Ουσ. το πέρασμα των φύλλων του καπνού σε σχοινί με τη βοήθεια μεγάλης βελόνας (αλλ. βελόνιασμα πέρασμα αρμάθιασμα)
Εμφανίσεις - 67
|
| Term | Definition |
|---|---|
| μπούρλιασμα το | Ουσ. το πέρασμα των φύλλων του καπνού σε σχοινί με τη βοήθεια μεγάλης βελόνας (αλλ. βελόνιασμα πέρασμα αρμάθιασμα)
Εμφανίσεις - 67
|