• English (United Kingdom)

ΕΡΕΥΝΑ

Το γλωσσάρι του καπνού

κασνάκ το

Search for glossary terms (regular expression allowed)

Glossaries

Term Definition
κασνάκ το

Ουσ.
[τουρκ. kasnak 'κρίκος, στεφάνι']

κυκλική ξύλινη κατασκευ η οποία περιβάλλει τις στρώσεις πασταλιών κατά την κατασκευή του γύρου

Εμφανίσεις - 66

Publish modules to the "offcanvs" position.