• English (United Kingdom)

ΕΡΕΥΝΑ

Το γλωσσάρι του καπνού

χασλαμάς, ο

Search for glossary terms (regular expression allowed)

Glossaries

Term Definition
χασλαμάς, ο

Ουσ.

ειδικά διαμορφωμένος χώρος φτιαγμένος από σανίδες και χώμα μέσα στον οποίο σπέρνονται οι σπόροι του καπνού (αλλ. Καπνοσπορείο χασλαμότοπος)

Ετυμολογία: < τουρκ. haşlama 'βραστό ζεμάτισμα' + -ς

Εμφανίσεις - 140

Publish modules to the "offcanvs" position.