• English (United Kingdom)

ΕΡΕΥΝΑ

Το γλωσσάρι του καπνού

βελόνα η

Search for glossary terms (regular expression allowed)

Glossaries

Term Definition
βελόνα η

Ουσ.

μεγάλο σίδερο σε μορφή βελόνας με τη βοήθεια του οποίου περνούσαν τα φύλλα του καπνού σε σαρίκια/αρμάθες

Ετυμολογία: < αρχ. βελόνη

Εμφανίσεις - 97

Publish modules to the "offcanvs" position.