• English (United Kingdom)

ΕΡΕΥΝΑ

Το γλωσσάρι του καπνού

αχταρμάς, ο

Search for glossary terms (regular expression allowed)

Glossaries

Term Definition
αχταρμάς, ο

Ουσ.
[τουρκ. aktarma `δημιουργία αναστάτωσης΄ -ς με ανομ. τρόπου άρθρ. [kt > xt] ]
διαδικασία συντήρησης του καπνού

Εμφανίσεις - 94

Publish modules to the "offcanvs" position.