• English (United Kingdom)

ΕΡΕΥΝΑ

Το Λεξικό του Λόγιου Επιπέδου της Νέας Ελληνικής

Καθιστώ [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0897 ‰]

Search for glossary terms (regular expression allowed)

Glossaries

Term Definition
Καθιστώ [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0897 ‰]

τον καθιστώ ύποπτο/υπεύθυνο έχει καταστεί σαφές την κατέστησε έγκυο τον κατέστησε κληρονόμο του (κυρ. νομ.)

Εμφανίσεις - 214

Publish modules to the "offcanvs" position.