• English (United Kingdom)

ΕΡΕΥΝΑ

Το Λεξικό του Λόγιου Επιπέδου της Νέας Ελληνικής

Κατιών -ούσα -όν [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0022 ‰]

Search for glossary terms (regular expression allowed)

Glossaries

Term Definition
Κατιών -ούσα -όν [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0022 ‰]

κατιούσα τάξη κατιούσα κλίμακα/διαδοχή φθόγγων κατιόντες χαρακτήρες (μουσ.) κατιούσα πρόοδος (μαθημ.) το κατιόν (φυσ. ως ουσ.) παίρνω την κατιούσα (φρ.) κατιόντες συγγενείς (νομ.)

Εμφανίσεις - 151

Publish modules to the "offcanvs" position.