• English (United Kingdom)

ΕΡΕΥΝΑ

Το Λεξικό του Λόγιου Επιπέδου της Νέας Ελληνικής

Κύριος [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 1.3876 ‰]

Search for glossary terms (regular expression allowed)

Glossaries

Term Definition
Κύριος [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 1.3876 ‰]

κάποιος είναι κύριος της καταστάσεως (έκφρ.) Kύριος οίδε (έκφρ.) Kύριε των δυνάμεων μνήσθητί μου Κύριε Mέγας είσαι Κύριε Kύριε ελέησον Θεέ και Kύριε γίνεται χαλασμός Kυρίου (δε) βλέπω Kυρίου πρόσωπο (φρ.) απεδήμησε(ν) εις Kύριο(ν) όποιος πρόλαβε τον Kύριο είδε (φρ.) το πολύ το Kύριε ελέησον το βαριέται κι ο παπάς/ο Θεός (φρ.)

Εμφανίσεις - 169

Publish modules to the "offcanvs" position.