Μακρός -ά ό
Glossaries
| Term | Definition |
|---|---|
| Μακρός -ά ό |
μακρό φωνήεν φύσει/θέσει μακρά συλλαβή μακράς διαρκείας από μακρού (έκφρ.) επί μακρόν διά μακρών μακρά κύματα (φυσ.)
Εμφανίσεις - 206
|
| Term | Definition |
|---|---|
| Μακρός -ά ό |
μακρό φωνήεν φύσει/θέσει μακρά συλλαβή μακράς διαρκείας από μακρού (έκφρ.) επί μακρόν διά μακρών μακρά κύματα (φυσ.)
Εμφανίσεις - 206
|