• English (United Kingdom)

ΕΡΕΥΝΑ

Το Λεξικό του Λόγιου Επιπέδου της Νέας Ελληνικής

Περιοδεύων -ουσα -ον [ΣΧ/ΕΘΕΓ:0.0001 ‰]

Search for glossary terms (regular expression allowed)

Glossaries

Term Definition
Περιοδεύων -ουσα -ον [ΣΧ/ΕΘΕΓ:0.0001 ‰]

περιοδεύων θίασος περιοδεύοντες αντιπρόσωποι/πωλητές το περιοδεύον (ως ουσ. στρατ.)

Εμφανίσεις - 172

Publish modules to the "offcanvs" position.