• English (United Kingdom)

ΕΡΕΥΝΑ

Το Λεξικό του Λόγιου Επιπέδου της Νέας Ελληνικής

Οδός

Search for glossary terms (regular expression allowed)

Glossaries

Term Definition
Οδός

καθ’ οδόν (έκφρ.) εν μέση οδώ επαρχιακή/εθνική/Εγνατία οδός Οδός Σταδίου εμπορική/ναυτιλιακή/αναπνευστική/διπλωματική οδός ευθεία/μέση/σκολιά οδός (έκφρ.) η οδός της απωλείας διά της πλαγίας/της τεθλασμένης οδού (φρ.)  ανά τας ρύμας (/οδούς) και τας αγυιάς

Εμφανίσεις - 232

Publish modules to the "offcanvs" position.