• English (United Kingdom)

ΕΡΕΥΝΑ

Το Λεξικό του Λόγιου Επιπέδου της Νέας Ελληνικής

Όρος

Search for glossary terms (regular expression allowed)

Glossaries

Term Definition
Όρος
Όρος των Ελαιών Λευκά Όρη Άγιο Όρος ο ιππότης των ορέων το θεοβάδιστο όρος (έκφρ.) παίρνω τα όρη τα βουνά (φρ.) στα όρη (και) στα βουνά το όρος της Aφροδίτης (= το εφήβαιο των γυναικών) (ανατ.)
Εμφανίσεις - 188

Publish modules to the "offcanvs" position.