Το Λεξικό του Λόγιου Επιπέδου της Νέας Ελληνικής
ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΣ ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ:
ΑΣΗΜΑΚΗΣ ΦΛΙΑΤΟΥΡΑΣ (Λέκτορας Ιστορικής Γλωσσολογίας Τ.Ε.Φ./Δ.Π.Θ.)
Αγαπητοί χρήστες,
Ακολουθεί σύντομο ενημερωτικό μήνυμα για τον ορισμό και τη λειτουργία του λογίου επιπέδου της σύγχρονης Κοινής Νέας Ελληνικής, καθώς και για το περιεχόμενο και τη χρησιμότητα του υπό προετοιμασία Λεξικού του Λογίου Επιπέδου της Νέας Ελληνικής (εφεξής ΛΕΛΟΓΕΝΕ), όπως προκύπτει από την εργασία των Anastassiadis-Symeonidis, Fliatouras & Nikolaou 2018 (http://euralex.org/wp-content/themes/euralex/proceedings/Euralex%202018/118-4-2915-1-10-20180820.pdf).
Glossaries
- 1
- 2
| Term | Definition |
|---|---|
| Ολίσθηση |
ολίσθηση πετρωμάτων (γεωλ.) ολίσθηση κρυστάλλου (φυσ.) ολίσθηση συχνότητας (ηλεκτρον.) ολίσθηση γεννήτριας/κινητήρα (ηλεκτρολ.)
Εμφανίσεις - 159
|
| Ομαδόν |
πυρά ομαδόν (στρατ.)
Εμφανίσεις - 154
|
| Ομιλώ -ούμαι |
ομιλουμένη γλώσσα (= καθομιλουμένη)
Εμφανίσεις - 154
|
| Ομιλών |
ομιλών κινηματογράφος
Εμφανίσεις - 146
|
| Ομνύω |
ομνύω εις το όνομα της Aγίας και Ομοουσίου και Aδιαιρέτου Tριάδος να φυλάττω το Σύνταγμα και τους νόμους
Εμφανίσεις - 160
|
| Οπίσω |
ο οπίσω μου ερχόμενος (έκφρ.) ύπαγε οπίσω μου Σατανά (φρ.)
Εμφανίσεις - 148
|
| Οράω -ώ | ας όψεται αυτόπτης μάρτυς είδομεν φως ειδοποιός διαφορά
Εμφανίσεις - 147
|
| Ος η ο |
ο περί ου ο λόγος εκ των ων ουκ άνευ καθ’ ο ή καθ’ α ο μη γένοιτο εξ ου καθ’ ου ων ουκ έστι αριθμός (απαρχ.) ο γέγονε γέγονε
Εμφανίσεις - 158
|
| Οσφύς |
κάποιος έχει εύκαμπτη οσφύ (έκφρ.)
Εμφανίσεις - 164
|
| Ουδείς ουδεμία ουδέν | επ’ ουδενί λόγω (έκφρ.) ουδείς αναμάρτητος ουδείς αναντικατάστατος ουδέν νεώτερον εν ουδεμία περιπτώσει περί ορέξεως ουδείς λόγος ουδέν σχόλιον ουδείς ψόγος ουδέν μονιμότερον του προσωρινού εν οίδα ότι ουδέν οίδα ουδείς προφήτης στον τόπο του ουδείς ψόγος άμοχθος ουδείς
Εμφανίσεις - 285
|
| Ους |
τείνω ευήκοον ους (έκφρ.) εις ώτα μη ακουόντων το έσω/μέσον/έξω ους (ανατ. ιατρ.) παθήσεις/φλεγμονή του ωτός
Εμφανίσεις - 277
|
| Ούτω |
ούτω καθεξής ούτω πως
Εμφανίσεις - 187
|
| Οφθαλμός |
εν ριπή οφθαλμού (φρ.) χάρμα οφθαλμών ως κόρη(ν) οφθαλμού (φρ.) διά γυμνού οφθαλμού (φρ.) οφθαλμόν αντί οφθαλμού (και οδόντα αντί οδόντος) (έκφρ.) έστι δίκης οφθαλμός (φρ.)
Εμφανίσεις - 203
|
| Οφιοειδής -ής -ές |
οφιοειδής οδός
Εμφανίσεις - 157
|
- 1
- 2
