• English (United Kingdom)

ΕΡΕΥΝΑ

Το Λεξικό του Λόγιου Επιπέδου της Νέας Ελληνικής

Το Λεξικό του Λόγιου Επιπέδου της Νέας Ελληνικής

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΣ ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ:

ΑΣΗΜΑΚΗΣ ΦΛΙΑΤΟΥΡΑΣ (Λέκτορας Ιστορικής Γλωσσολογίας Τ.Ε.Φ./Δ.Π.Θ.)

 

lelogeneΑγαπητοί χρήστες,

Ακολουθεί σύντομο ενημερωτικό μήνυμα για τον ορισμό και τη λειτουργία του λογίου επιπέδου της σύγχρονης Κοινής Νέας Ελληνικής, καθώς και για το περιεχόμενο και τη χρησιμότητα του υπό προετοιμασία Λεξικού του Λογίου Επιπέδου της Νέας Ελληνικής (εφεξής ΛΕΛΟΓΕΝΕ), όπως προκύπτει από την εργασία των Anastassiadis-Symeonidis, Fliatouras & Nikolaou 2018 (http://euralex.org/wp-content/themes/euralex/proceedings/Euralex%202018/118-4-2915-1-10-20180820.pdf).

There are 91 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)

Glossaries

Term Definition
Περιγεγραμμένος -η -ο [ΣΧ/ΕΘΕΓ:0.0002 ‰]

τρίγωνο περιγεγραμμένο σε κύκλο

Εμφανίσεις - 204
Περικνημίδα [ΣΧ/ΕΘΕΓ:0.0001 ‰]

χάλκινες περικνημίδες

Εμφανίσεις - 202
Πέριξ [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0037 ‰]

πέριξ

Εμφανίσεις - 229
Περιοδεύων -ουσα -ον [ΣΧ/ΕΘΕΓ:0.0001 ‰]

περιοδεύων θίασος περιοδεύοντες αντιπρόσωποι/πωλητές το περιοδεύον (ως ουσ. στρατ.)

Εμφανίσεις - 212
Περισκελίδα [ΣΧ/ΕΘΕΓ:0 ‰]

χιτώνια και περισκελίδες παραλλαγής (στρατ.)

Εμφανίσεις - 205
Περιστερά [ΣΧ/ΕΘΕΓ:0.0007 ‰]

αθώα/λευκή περιστερά

Εμφανίσεις - 201
Πεσόντες οι [ΣΧ/ΕΘΕΓ:5.481 ‰]

το μνημείο των πεσόντων

Εμφανίσεις - 198
Πετρελαιοπαραγωγός -ός/-ή -ό [ΣΧ/ΕΘΕΓ:0.0012 ‰]

πετρελαιοπαραγωγές χώρες πετρελαιοπαραγωγά κράτη

Εμφανίσεις - 190
Πεύκη [ΣΧ/ΕΘΕΓ:0.0023 ‰]

μαύρη πεύκη ξυλεία πεύκης

Εμφανίσεις - 199
Πεφωτισμένος -η -ο [ΣΧ/ΕΘΕΓ:0.0011 ‰]

πεφωτισμένη μοναρχία/δεσποτεία

Εμφανίσεις - 191
Πίθος [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0004 ‰]

ο πίθος των Δαναΐδων (έκφρ.)

Εμφανίσεις - 191
Πινάκιο [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0019 ‰]

αντί πινακίου φακής (έκφρ.)

Εμφανίσεις - 198
Πίπτω [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.1449 ‰]

όπου δεν πίπτει λόγος πίπτει ράβδος (φρ.)

Εμφανίσεις - 210
Πλάνης [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.002 ‰]

ζει/διάγει πλάνητα βίον πλάνητες αστέρες πλάνητες πυρετοί

Εμφανίσεις - 200
Πλειοψηφών -ούσα -ούν [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0002 ‰]

ο πλειοψηφών συνδυασμός/σύμβουλος η πλειοψηφούσα παράταξη/άποψη

Εμφανίσεις - 198

Publish modules to the "offcanvs" position.