• English (United Kingdom)

ΕΡΕΥΝΑ

Το Λεξικό του Λόγιου Επιπέδου της Νέας Ελληνικής

Το Λεξικό του Λόγιου Επιπέδου της Νέας Ελληνικής

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΣ ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ:

ΑΣΗΜΑΚΗΣ ΦΛΙΑΤΟΥΡΑΣ (Λέκτορας Ιστορικής Γλωσσολογίας Τ.Ε.Φ./Δ.Π.Θ.)

 

lelogeneΑγαπητοί χρήστες,

Ακολουθεί σύντομο ενημερωτικό μήνυμα για τον ορισμό και τη λειτουργία του λογίου επιπέδου της σύγχρονης Κοινής Νέας Ελληνικής, καθώς και για το περιεχόμενο και τη χρησιμότητα του υπό προετοιμασία Λεξικού του Λογίου Επιπέδου της Νέας Ελληνικής (εφεξής ΛΕΛΟΓΕΝΕ), όπως προκύπτει από την εργασία των Anastassiadis-Symeonidis, Fliatouras & Nikolaou 2018 (http://euralex.org/wp-content/themes/euralex/proceedings/Euralex%202018/118-4-2915-1-10-20180820.pdf).

There are 91 entries in this glossary.
Search for glossary terms (regular expression allowed)

Glossaries

Term Definition
Περιγεγραμμένος -η -ο [ΣΧ/ΕΘΕΓ:0.0002 ‰]

τρίγωνο περιγεγραμμένο σε κύκλο

Εμφανίσεις - 163
Περικνημίδα [ΣΧ/ΕΘΕΓ:0.0001 ‰]

χάλκινες περικνημίδες

Εμφανίσεις - 162
Πέριξ [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0037 ‰]

πέριξ

Εμφανίσεις - 193
Περιοδεύων -ουσα -ον [ΣΧ/ΕΘΕΓ:0.0001 ‰]

περιοδεύων θίασος περιοδεύοντες αντιπρόσωποι/πωλητές το περιοδεύον (ως ουσ. στρατ.)

Εμφανίσεις - 172
Περισκελίδα [ΣΧ/ΕΘΕΓ:0 ‰]

χιτώνια και περισκελίδες παραλλαγής (στρατ.)

Εμφανίσεις - 168
Περιστερά [ΣΧ/ΕΘΕΓ:0.0007 ‰]

αθώα/λευκή περιστερά

Εμφανίσεις - 167
Πεσόντες οι [ΣΧ/ΕΘΕΓ:5.481 ‰]

το μνημείο των πεσόντων

Εμφανίσεις - 159
Πετρελαιοπαραγωγός -ός/-ή -ό [ΣΧ/ΕΘΕΓ:0.0012 ‰]

πετρελαιοπαραγωγές χώρες πετρελαιοπαραγωγά κράτη

Εμφανίσεις - 150
Πεύκη [ΣΧ/ΕΘΕΓ:0.0023 ‰]

μαύρη πεύκη ξυλεία πεύκης

Εμφανίσεις - 165
Πεφωτισμένος -η -ο [ΣΧ/ΕΘΕΓ:0.0011 ‰]

πεφωτισμένη μοναρχία/δεσποτεία

Εμφανίσεις - 154
Πίθος [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0004 ‰]

ο πίθος των Δαναΐδων (έκφρ.)

Εμφανίσεις - 156
Πινάκιο [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0019 ‰]

αντί πινακίου φακής (έκφρ.)

Εμφανίσεις - 159
Πίπτω [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.1449 ‰]

όπου δεν πίπτει λόγος πίπτει ράβδος (φρ.)

Εμφανίσεις - 173
Πλάνης [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.002 ‰]

ζει/διάγει πλάνητα βίον πλάνητες αστέρες πλάνητες πυρετοί

Εμφανίσεις - 164
Πλειοψηφών -ούσα -ούν [ΣΧ/ΕΘΕΓ: 0.0002 ‰]

ο πλειοψηφών συνδυασμός/σύμβουλος η πλειοψηφούσα παράταξη/άποψη

Εμφανίσεις - 158

Publish modules to the "offcanvs" position.