• English (United Kingdom)

ΕΡΕΥΝΑ

Το γλωσσάρι του καπνού

χαρμανιέρα, η

Search for glossary terms (regular expression allowed)

Glossaries

Term Definition
χαρμανιέρα, η

Ουσ.
[χαρμάν(ι) -έρα]
συσκευή ανάμειξης του καπνού όπου μεταφέρονταν τα ξεφυλλισμένα καπνόφυλλα μετά την ποιοτική διαλογή τους

Εμφανίσεις - 78

Publish modules to the "offcanvs" position.